«Ολόκληρη η γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη για διδασκαλία, για  έλεγχο, για επανόρθωση, για διαπαιδαγώγηση, που γίνεται με δικαιοσύνη, για να είναι ο άνθρωπος του Θεού τέλειος, ετοιμασμένος για κάθε αγαθό έργο» (Β’ Τιμ. 3:16,17)

Γύρω στα τέλη του πρώτου μετά Χριστόν αιώνα, εμφανίστηκε στην Ελλάδα ένα κίνημα γνωστό ως «αττικισμός».
Σύμφωνα με αυτό, οι άνθρωποι έπρεπε να γράφουν σαν τους αρχαίους Έλληνες για να διατηρήσουν τις ρίζες τους.
Ως συνέπεια, οι γραμματικοί της εποχής άρχισαν να διορθώνουν κάθε τι που ήταν διαφορετικό από τα όσα είχαν γράψει οι πρόγονοί τους, δηλαδή αντικαθιστούσαν κάποιες λέξεις σύγχρονές τους με παλιότερες ή απαγόρευαν τη χρήση άλλων πολύ «λαϊκών».
Σύντομα κάποιοι απ’ αυτούς στράφηκαν και στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης, η οποία ήταν γραμμένη στην γλώσσα της εποχής, την Αλεξανδρινή Κοινή. Την απέρριψαν, ως γλώσσα του λαού, και προσπάθησαν να τη διορθώσουν ξεκινώντας από τα Ευαγγέλια.
Ορισμένοι σύγχρονοί τους προσπάθησαν να τους αποτρέψουν από ένα τέτοιο έργο λέγοντας πως η Καινή Διαθήκη δεν είναι συνηθισμένο βιβλίο, αλλά ο Λόγος του Θεού, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν παρά πώς να καλλωπίσουν το Ευαγγέλιο, χωρίς να βλέπουν πίσω από τα γράμματα τον ίδιο το Θεό που μας μιλάει.
Αλήθεια για μας σήμερα η Αγία Γραφή ποια αξία έχει;
Για κάποιους είναι ίσως ένα ιερό βιβλίο, που δύσκολα μπορεί να το καταλάβει ο συνηθισμένος άνθρωπος.
Κι όμως ο Θεός θέλησε να μας χαρίσει το Λόγο Του για να τον διαβάζουμε και Εκείνος υπόσχεται να μας αποκαλύψει κάθε θησαυρό που κρύβει το Βιβλίο Του! Δεν είναι θαυμάσιο να έχουμε στα χέρια μας αυτό το μεγάλο γράμμα του Θεού που απευθύνεται σε μας τους ανθρώπους;