Ας δούμε μερικά στοιχεία σχετικά με το πώς η Πολιτεία αντιμετωπίζει την έκτρωση. «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο» (Διεθνές Σύμφωνο Ο.Η.Ε. περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων). Για τον λόγο αυτό το Σύνταγμα προβλέπει την απόλυτη προστασία της ζωής στο άρθρο 5 παρ. 2. Το έμβρυο, ως μορφή ανθρώπινης ζωής, προστατεύεται και με βάση το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Ωστόσο, παρατηρείται έντονη διχογνωμία ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ανθρώπινης ζωής, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης (άμβλωση). Στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αναφέρεται, «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του …» Θεωρούν λοιπόν κάποιοι πως το δικαίωμα του εμβρύου στη ζωή έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας της εγκύου. Η έγκυος υπόκειται σε αγωνίες, σωματικούς περιορισμούς και σε πόνους. Πρόκειται για δοκιμασία και εμπειρία απολύτως προσωπική.

Μια τοποθέτηση επιδιώκει να εναρμονίσει τα συγκρουόμενα δικαιώματα. Αναγνωρίζει το δικαίωμα της έκτρωσης κατά το αρχικό στάδιο της κύησης. Σε μεταγενέστερο στάδιο υπερισχύει η προστασία του εμβρύου. Εδώ τίθεται ο προβληματισμός αυτής της διάκρισης μεταξύ αρχικού και μεταγενέστερου σταδίου κύησης. Το έμβρυο του αρχικού σταδίου δεν είναι άνθρωπος; Μήπως είναι λιγότερο άνθρωπος στην αρχή και περισσότερο κατόπιν; Σε όλη τη διάρκεια της κύησης δεν λαμβάνει χώρα η συνεχής ανάπτυξη μιας νέας ανθρώπινης ζωής; Δεν βλέπουμε καμία λογική και ηθική αιτία σ’ αυτήν τη διάκριση.

Το Σύνταγμα ορίζει ότι «‘Oλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής…» (άρθρο 5, παρ. 2, εδ. α) «‘Oλοι», κατά την έννοια της διάταξης, είναι κάθε ζωντανός άνθρωπος, δηλαδή και ο γεννημένος και ο κυοφορούμενος. Αν λοιπόν το έμβρυο απολαμβάνει συνταγματική προστασία, πώς γίνεται ο νομοθέτης ν’ απειλεί αυτήν την προστασία μέσω διατάξεων που επιτρέπουν την έκτρωση;

Το άρθρο 304 , παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) έχει ως εξής: Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 304 του Π.Κ. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1609/1986) ορίζει τα εξής: «Δεν είναι άδικη πράξη η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που ενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου από γιατρό μαιευτήρα – γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, αν συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Δεν έχουν συμπληρωθεί δώδεκα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

(β) Έχουν διαπιστωθεί, με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγεται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διάρκεια περισσότερο από είκοσι τέσσερις εβδομάδες.

(γ) Υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται σχετική βεβαίωση και του κατά περίπτωση αρμοδίου γιατρού.

(δ) Η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί δεκαεννέα εβδομάδες εγκυμοσύνης».

Στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 304 επιτρέπεται η έκτρωση στις δώδεκα πρώτες εβδομάδες της κύησης ελεύθερα, χωρίς ν’ απαιτείται ιδιαίτερος λόγος. Είναι λοιπόν φανερή η ασυμφωνία της διάταξης αυτής με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος όπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα στη ζωή κατ’ απόλυτο τρόπο. Είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή του ΠΚ είναι αντισυνταγματική. Στη δεύτερη περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 304 του ΠΚ, επιτρέπεται η έκτρωση εφόσον διαπιστωθεί, με τα μέσα προγεννητικού ελέγχου, ένδειξη σοβαρής ανωμαλίας του κυοφορούμενου.
Με τη ρύθμιση αυτή ο κοινός νομοθέτης εισχωρεί πλέον στην περιοχή της συνταγματικά απαγορευμένης ευγονικής πολιτικής. Η ανθρώπινη ζωή όμως προστατεύεται απόλυτα ανεξάρτητα από τη σωματική ή διανοητική κατάσταση του ατόμου. Δεν υπάρχουν άνθρωποι «ανάξιοι προς το ζην». Μήπως η κοινωνία μας έχει φτάσει ν’ αποδέχεται την εθνικοσοσιαλιστική (Ναζισμός) αντίληψη περί ζωής; Στην τέταρτη περίπτωση (βιασμός, αποπλάνηση ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης) ο νομοθέτης επιτρέπει την έκτρωση επειδή η προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια της εγκύου γυναίκας έχει προσβληθεί αφορήτως. Παρ’ όλα αυτά, η προστασία της ζωής του κυοφορούμενου έχει την προτεραιότητα έναντι του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας της εγκύου. Το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ορίζει ότι «Σε κανέναν δεν μπορεί να επιβληθεί εκ προθέσεως θάνατος, πάρα μόνο εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό δικαστηρίου σε περίπτωση αδικήματος που τιμωρείται από το νόμο με την ποινή αυτή». Πολύ περισσότερο είναι απαράδεκτη η καταστροφή μιας αθώας και ανυπεράσπιστης ζωής που αναπτύσσεται (δηλ. του κυοφορούμενου), εξαιτίας του εγκλήματος ενός τρίτου προσώπου. Συνιστά κατάφορη παραβίαση του υπέρτατου δικαιώματος της ζωής η εκτέλεση κάποιου λόγω αξιόποινης πράξης τρίτου. Απομένει η τρίτη περίπτωση κατά την οποία κινδυνεύει σοβαρά η υγεία της εγκύου μητέρας. Είναι η μόνη περίπτωση όπου δικαιολογείται η έκτρωση. Εδώ συγκρούονται το δικαίωμα ζωής της εγκύου με το δικαίωμα ζωής του εμβρύου, δύο ισότιμα δικαιώματα. Το δικαίωμα επιλογής ανήκει στη μητέρα που θ’ αποφασίσει αν θα θυσιαστεί ή όχι για το παιδί της.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι εκτός από την τρίτη περίπτωση, οι σχετικές διατάξεις του ΠΚ είναι αντισυνταγματικές. Δεν είναι όμως μόνο το Σύνταγμα και ο ΠΚ. Μέσα στη συνείδηση κάθε ανθρώπου είναι γραμμένο το θέλημα του Θεού. ‘Oταν ο Θεός εμφύσησε στον χωμάτινο άνθρωπο «πνοή ζωής», και του χάρισε τη λογική, τα συναισθήματα και τη συνείδηση, «έγραψε» μέσα στην ανθρώπινη ζωή το δικό Του άγιο θέλημα. Η μητέρα που σκοτώνει το έμβρυο που κυοφορεί καταλαβαίνει πολύ καλά ότι κάνει ένα μεγάλο κακό. Ο γιατρός μαιευτήρας που πραγματοποιεί την άμβλωση γνωρίζει ότι αφαιρεί μια ανθρώπινη ζωή. Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία να γνωρίζει ποιος είναι ο λόγος της άμβλωσης. Ο άνθρωπος νομοθέτης γνωρίζει ότι η άμβλωση είναι αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής. Οι ανθρώπινοι νόμοι συνεπώς αλλά και η στάση μας απέναντι σ’ αυτούς αποτελούν μια σαφή εικόνα του κατά πόσον σεβόμαστε τον Θεό, τον μεγάλο Νομοθέτη, τον Δημιουργό κάθε μορφή ζωής και την άγια θέλησή Του για τη ζωή μας. Οι ανθρώπινες κοινωνίες νομοθετούν αλλά οφείλουν να σέβονται τον Δημιουργό και Συντηρητή της ζωής και να εμπνέονται από τον λόγο Του, την Αγία Γραφή. Ο σοφός Παροιμιαστής θα πει, «’Oλοι οι δρόμοι του ανθρώπου (φαίνονται) σωστοί στα μάτια του· όμως, ο Κύριος σταθμίζει τις καρδιές.» (Παρ. 21:2) Έρχεται εκείνη η Ημέρα που όλοι θα σταθούμε μπροστά στον Ιησού Χριστό για κριθούμε σύμφωνα με τα έργα μας.

Είναι ανάγκη ως άτομα, ως οικογένειες, ως έθνη να επιστρέψουμε με μετάνοια στον έναν αληθινό Θεό. Το αίμα του Ιησού Χριστού προσφέρθηκε για να καθαρίσει την αμαρτωλή καρδιά μας. Όταν όμως μετανοούμε ειλικρινά, αλλάζει η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μας. Είναι τότε που μεταξύ άλλων προστατεύουμε την κάθε νέα ανθρώπινη ύπαρξη και την περιβάλλουμε με αγάπη Χριστού.